Υπηρεσίες

Απορρύπανση υπεδάφους και υπογείων νερών » Ευρωπαϊκή & Εθνική Νομοθεσία

Ευρωπαϊκές Οδηγίες σχετικές με την αποκατάσταση ρυπασμένων εδαφών είναι οι ακόλουθες:

  • Οδηγία 2000/60/ΕΚ [2] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων. Στα πλαίσια της προστασίας της ποιότητας των υπόγειων και επιφανειακών υδάτων εντάσσεται και η παρακολούθηση της ρύπανσης του εδάφους και της ατμόσφαιρας ως πηγών επιβλαβών ουσιών.
  • Οδηγία 96/61/ΕΚ [3] του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης. Αντικείμενο της Οδηγίας είναι ο σχεδιασμός και η λειτουργία συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος. Το άρθρο 3 αναφέρει:

«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ελέγχουν ότι η εγκατάσταση θα λειτουργήσει κατά τρόπον ώστε:

... στ) να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα κατά την οριστική παύση των δραστηριοτήτων ώστε να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος ρύπανσης και ο χώρος της εκμετάλλευσης να επανευρίσκει ικανοποιητική μορφή.»

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9, η άδεια λειτουργίας για μια εγκατάσταση χορηγείται υπό όρους, οι οποίοι περιλαμβάνουν:

«Η άδεια πρέπει να περιλαμβάνει οριακές τιμές εκπομπής για τις ρυπαντικές ουσίες, ιδίως εκείνες του παραρτήματος ΙΙΙ, που αναμένεται να εκπέμπονται από την οικεία εγκατάσταση σε σημαντική ποσότητα της φύσης τους και της δυνατότητας διασποράς της ρύπανσης στο νερό, τον αέρα και το έδαφος. Εφόσον χρειάζεται, η άδεια περιλαμβάνει τις κατάλληλες οδηγίες για την προστασία του εδάφους και των υπογείων υδάτων και μέτρα για τη διαχείριση των αποβλήτων της εγκατάστασης

Στις αρχές του 2002 έγινε επίσης Πρόταση Οδηγίας σχετικά ΅ε την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά στην πρόληψη και αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζη΅ιών [4]. Στην πρόταση η περιβαλλοντική ζημία ορίζεται με αναφορά στην βιοποικιλότητα και τα ύδατα της Οδηγίας-πλαισίου για το νερό και στην ανθρώπινη υγεία, συ΅περιλα΅βανο΅ένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες απειλείται από τη ρύπανση των εδαφών. (EC Draft Directive on prevention and restoration of significant environmental damage (White Paper on Environmental Liability ). Issued by DG Environment on 30/07/2001)

Η ευθύνη θα πρέπει μελλοντικά να εξασφαλίζει ότι όποιος ρυπαίνει αναλαμβάνει και τον την εξυγίανση για την αντιμετώπιση της ρύπανσης ή πληρώνει το κόστος της εξυγίανσης και, τοιουτοτρόπως, η ευθύνη θα πρέπει να ενθαρρύνει την κοινωνικά αποδοτικότερη πρόληψη εκ μέρους των υπευθύνων μερών, πράγμα που θα είναι κοινωνικά αποδοτικότερο.

Δεδομένης της σημασίας που έχει η ορθή πρόληψη και αποκατάσταση, τα κράτη ΅έλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα αποκατάστασης ή πρόληψης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι αδύνατη η εφαρμογή της αρχής "ο ρυπαίνων πληρώνει".

Σε ανάλογες περιπτώσεις, τα κράτη ΅έλη καλούνται να υιοθετήσουν τις διατάξεις που κρίνουν απαραίτητες και εφόσον συνάδουν προς τα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, υπό την προϋπόθεση ότι τοιουτοτρόπως θα εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των αναγκαίων μέτρων πρόληψης ή αποκατάστασης.

Ανάλογα μέτρα εναλλακτικής χρηματοδότησης εφαρμόζονται λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ότι διατηρείται η ευθύνη των φορέων εκμετάλλευσης εφόσον αυτοί εντοπισθούν αργότερα ή αποκτήσουν επαρκή οικονομικά μέσα για να επωμισθούν το κόστος των ληφθέντων μέτρων αποκατάστασης.»

Στο παράρτημα ΙΙ ορίζονται τα εξής για την αποκατάσταση ρυπασμένου εδάφους:

«Εφόσον η ρύπανση του εδάφους ή του υπεδάφους συνεπάγεται ή μπορεί να συνεπάγεται σοβαρή βλάβη ή κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι μολυσματικοί παράγοντες ελέγχονται, περιορίζονται, συρρικνώνονται ή εξαλείφονται ώστε τα εδάφη που έχουν υποστεί ρύπανση να ΅ην αποτελούν πλέον σοβαρή απειλή ή πιθανή απειλή για την ανθρώπινη υγεία που θα ήταν ασυμβίβαστη προς την τρέχουσα ή την αναμενόμενη μελλοντική χρήση τους. Η πιθανή μελλοντική χρήση να εξασφαλίζεται βάσει των κείμενων κανονιστικών διατάξεων για τη χρήση της γης κατά την περίοδο που συνέβη η ζημία.»

Τα κράτη-μέλη είναι υποχρεωμένα να ενσωματώσουν την Οδηγία στην εθνική νομοθεσία το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2005 και η εφαρμογή της ισχύει για ζημίες που προκλήθηκαν μετά από αυτή την ημερομηνία.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει έως σήμερα ειδική νομοθεσία για τη διαχείριση του εδάφους και την αποκατάσταση ρυπασμένων τοποθεσιών. Σχετικές διατάξεις υπάρχουν κατά κανόνα σε γενικότερους νόμους για την προστασία του περιβάλλοντος και για τη διαχείριση απορριμμάτων. Στην Ελλάδα συγκεκριμένα ισχύουν οι ακόλουθες σχετικές διατάξεις:

Νόμος 1650/1986 για την Προστασία του Περιβάλλοντος [6]

Στο άρθρο 10 του νόμου αναφέρεται ότι με Κοινή Υπουργική Απόφαση καθορίζονται τα εξής:

  • τα μέτρα και οι τρόποι προστασίας των εδαφών από τις φυσικές ζημιές και ιδίως από διάβρωση, έλλειψη αερισμού, αποξήρανση, υπεργήρανση, καταστροφή δομής, αλάτωση, αποκάλυψη δυσμενών οριζόντων, χημική εξάντληση, υπερλίπανση ή ακατάλληλη λίπανση, προσθήκη τοξικών ουσιών από τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, για τη διατήρηση και αύξηση της παραγωγικότητάς τους.
  • οι χώροι όπου επιτρέπεται η τελική διάθεση τοξικών και επικίνδυνων αποβλήτων και ιλύος. Με απόφαση του οικείου νομάρχη, ύστερα από γνώμη των Ο.Τ.Α., καθορίζονται κατά περίπτωση οι χώροι όπου επιτρέπεται η τελική διάθεση στερεών αποβλήτων.
  • περιορισμοί ή απαγορεύσεις στην παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων που δημιουργούν κίνδυνο ρύπανσης. Με όμοια απόφαση είναι δυνατό να καθορίζονται μέθοδοι, όροι και περιορισμοί για τη διάθεση στη γεωργία της ιλύος που προέρχεται από επεξεργασία αποβλήτων.

ΚΥΑ 26857/553/88 ΦΕΚ 196Β « Μέτρα και περιορισμοί για την προστασία των υπόγειων νερών από απορρίψεις ορισμένων επικίνδυνων ουσιών

KYA 69728/824/96: Μέτρα και όροι για τη διαχείριση στερεών αποβλήτων [7]

Σύμφωνα με το άρθρο 8 απαιτείται κατάρτιση πλαισίου τεχνικών προδιαγραφών από την αρμόδια επιτροπή, τη σύσταση της οποίας προβλέπει το άρθρο, για μέτρα που περιλαμβάνουν ανάμεσα σε άλλα και την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας και των χώρων διάθεσης απορριμμάτων μετά από την παύση της λειτουργίας τους, όπως και των ανεξέλεγκτων χώρων διάθεσης και αξιοποίησης απορριμμάτων.

Το άρθρο 12 καθορίζει ότι οι φορείς διαχείρισης στερεών αποβλήτων που κατά την τελευταία 10ετία λειτουργούν χωρίς άδεια με ανεξέλεγκτο χώρο διάθεσης ή αξιοποίησης αποβλήτων, τους οποίους και έχουν εγκαταλείψει, υποχρεούνται μέσα σε 8 μήνες από την έναρξη ισχύος της ΚΥΑ να υποβάλλουν αίτηση στην αρμόδια Υπηρεσία Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για την χορήγηση άδειας αποκατάστασης των προαναφερθέντων χώρων. Οι φορείς θα πρέπει να συμμορφωθούν πλήρους με τους όρους της άδειας μέσα σε 6 χρόνια από την έκδοσή της.

ΚΥΑ 113944/97: Εθνικός Σχεδιασμός διαχείρισης στερεών αποβλήτων [8]

Ο Εθνικός Σχεδιασμός περιλαμβάνει στους στόχους του την αποκατάσταση περιβαλλοντικών βλαβών, η οποία συνίσταται σε παύση λειτουργίας των ανεξέλεγκτων χώρων διάθεσης, σταδιακή αναβάθμιση του βλαβέντος τοπίου και λήψη μέτρων για τον ουσιαστικό περιορισμό ως εξάλειψη της προκαλούμενης ρύπανσης.

ΚΥΑ 19396/1546/97: Μέτρα και όροι για τη Διαχείριση Επικίνδυνων Αποβλήτων [9]

Και για τα ειδικά απόβλητα προβλέφθηκε η σύσταση επιτροπής καθορισμού τεχνικών προδιαγραφών για μέτρα διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων, στα οποία περιλαμβάνονται και η αποκατάσταση και εξυγίανση ρυπασμένων χώρων από επικίνδυνα απόβλητα. Το άρθρο 12 καθορίζει επίσης ότι η κάλυψη των απαιτούμενων δαπανών θα πραγματοποιείται:

Α. Από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαχειρίστηκε ή διαχειρίζεται τα επικίνδυνα απόβλητα και έχει προκαλέσει τη ρύπανση.

Β. Από τον κρατικό προϋπολογισμό για τις περιπτώσεις εγκαταλελειμμένων χώρων διάθεσης ή επεξεργασίας επικίνδυνων αποβλήτων και εφ’ όσον δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η ταυτότητα του παραγωγού ή του κατόχου των επικίνδυνων αποβλήτων.

Καθορισμός ορίων εξυγίανσης

Στην παραπάνω νομοθεσία δεν καθορίζονται διαδικασίες για την εκτίμηση της επικινδυνότητας ρυπασμένων εδαφών, για το σχεδιασμό και την υλοποίηση της αποκατάστασης, ούτε όρια που θα πρέπει να τηρούνται για χημικές ουσίες στο έδαφος.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο (για κάθε χώρα ξεχωριστά) η διαχείριση του εδάφους εμπεριέχει την συσχέτιση της ποιότητας του εδάφους και του υπόγειου νερού /με την χρήση γης που προορίζεται να έχει. Ξεχωρίζουν δύο μεγάλες κατηγορίες:

  • «Ευαίσθητη» χρήση (χώροι αναψυχής , κατοικία)
  • «Λιγότερο ευαίσθητη» χρήση (βιομηχανία, εμπόριο)

Η κάθε εθνική νομοθεσία προβλέπει κατευθυντήριες και οριακές τιμές διαφόρων ρύπων για κάθε κατηγορία εδάφους και αντίστοιχου υπόγειου νερού.

Στην χώρα μας δεν υπάρχει σήμερα αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση η οποία να συσχετίζει την ποιότητα του εδάφους και του υπόγειου νερού με την χρήση γης .

Η συγκέντρωση στόχος της απορρύπανσης του εδάφους και του υπόγειου νερού ορίζεται συνήθως σύμφωνα με διεθνή και Ευρωπαϊκά πρότυπα λαμβάνοντας υπόψη μια σχετική μελέτη του Περιβαλλοντικού κινδύνου της ρύπανσης (Environmental Risk Assessment Analysis) για κάθε ρυπασμένο πεδίο ξεχωριστά, έως ότου ολοκληρωθεί και μπει σε εφαρμογή σχετική Ελληνική Νομοθεσία.

Διεθνώς υπάρχουν διαθέσιμες μια σειρά από κατευθυντήριες λίστες ορίων απορρύπανσης εδαφών για διάφορους οργανικούς ρυπαντές όπως η Νέα Ολλανδική Λίστα, η καναδική λίστα, οι Δείκτες Kelly (U.K Kelly indices Former GCL Guidelines for Contaminated Soils), Όρια απορρύπανσης της Πολιτεία New Jersey (ΗΠΑ, Soil Clean Up Criteria).

Παρόλα αυτά η τάση που επικρατεί στα έργα εξυγίανσης είναι ότι τα όρια αυτά να χρησιμοποιούνται μόνο ως κατευθυντήριες γραμμές και τα απαιτούμενα όρια απορρύπανσης (συγκεντρώσεις στόχος) να καθορίζονται με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πεδίου (site specific clean up levels) και είτε να είναι ακόμα πιο αυστηρά από την αρχική η λίστα αναφοράς (ιδιαίτερα ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές) είτε να είναι λιγότερα αυστηρά (σε λιγότερο περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές).

Στην Ελλάδα δεν έχουν θεσπιστεί ακόμα αντίστοιχα όρια απορρύπανσης εδαφών. Στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης όπου το πρόβλημα της ρυπασμένης γης αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης των τελευταίων δύο δεκαετιών ισχύουν διάφορα όρια χρήσης απορρύπανσης για κάθε ρυπαντή ανάλογα με το είδος της υφιστάμενης η μελλοντικής χρήσης του πεδίου.